Feb 042018
 

 

Το πρωί του Σαββάτου 3/2 πραγματοποιήθηκε μοτοπορεία ενάντια στα εθνικιστικά συλλαλητήρια και για την αλληλεγγύη στις καταλήψεις με 35 μηχανάκια από συλλογικότητες των περιοχών της δυτικής Αθήνας και του Πειραιά. Η μοτοπορεία ξεκίνησε από την πλατεία των Αγίων Αναργύρων και διέσχισε τους Αγ. Αναργύρους, το Ίλιον, το Περιστέρι, το Αιγάλεω, τον Κορυδαλλό, τη Νίκαια και το Κερατσίνι, καταλήγοντας στην πλατεία Λαού, με συνθήματα και δεκάδες χιλιάδες τρικάκια. Στην αρχή και στο τέλος της διαδρομής κρεμάστηκαν πανό, γράφτηκαν συνθήματα και μοιράστηκε κείμενο κάποιων από τις συλλογικότητες που διοργάνωσαν την μοτοπορεία.
ΚΑΝΕΝΑ ΕΘΝΟΣ ΔΕΝ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ – ΚΑΝΕΝΑ ΟΝΟΜΑ ΔΕΝ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ
(σχετικά με τα πρόσφατα εθνικιστικά συλλαλητήρια για το «μακεδονικό»)
Ο γεωγραφικός χώρος που ονομάζεται Μακεδονία σήμερα καταλαμβάνεται από διάφορα κράτη: ως επί το πλείστον από το ελληνικό, το μακεδονικό και το βουλγαρικό, με κάποιες άκρες της να βρίσκονται στο αλβανικό και το σερβικό. Ιστορικά, η περιοχή αυτή -όπως άλλωστε και ολόκληρη η Βαλκανική χερσόνησος στην οποία εντάσσεται- χαρακτηρίζεται από μία διαχρονική και επίμεικτη συνύπαρξη ανθρώπων και κοινοτήτων, χωρίς καμία εθνοτική-φυλετική-γλωσσική-θρησκευτική «καθαρότητα». Η έλευση όμως της εποχής των εθνών-κρατών και του κεφαλαίου, από τις αρχές του 19ου αιώνα και έπειτα, έθεσε συγχρόνως την κρατική προσταγή της εθνικής ομογενοποίησης των κοινοτήτων με κάθε κόστος, προκειμένου να κατασκευαστούν και να διατηρηθούν τα έθνη με τα αντίστοιχα κράτη τους. Έτσι, κατά την περίοδο της σταδιακής εξασθένησης και διάλυσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας σήμανε μία ατέρμονη περίοδος πολέμων, ομαδικών σφαγών, εκτοπισμών ή αποκλεισμών αλλά και καταναγκαστικής ενσωμάτωσης των κατά τόπους «ανομοιογενών» πληθυσμών. Κομβική περίοδος αυτής της διαδικασίας «εθνοκάθαρσης» υπήρξαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι των ετών 1912-13, περίοδος κατά την οποία ο επεκτατισμός του ελληνικού κράτους διπλασίασε τα τότε εδάφη του κατακτώντας για πρώτη φορά ένα μέρος της Μακεδονίας μαζί με τη Θεσσαλονίκη και αυξάνοντας τον πληθυσμό του κατά 75%. Η στρατιωτική/παραστρατιωτική βία και τρομοκρατία εναντίον των κατοίκων της Μακεδονίας (π.χ. από τους περιβόητους και καθαγιασμένους σήμερα «μακεδονομάχους» της ελληνικής ιστορίας) είναι ενδεικτική, καθώς ο πληθυσμός που θα μπορούσε τότε να εκληφθεί ως «ελληνικός» έφτανε κατ’ αναλογία μόλις το 10% του συνολικού πληθυσμού. Άλλωστε, ο ελληνικός εθνικισμός -από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι και την μικρασιατική εκστρατεία- πρωτοστατούσε στον αλυτρωτισμό, μέσω του κυρίαρχου ιδεολογήματος της «Μεγάλης Ιδέας» που προσέβλεπε στην εδαφική ενσωμάτωση διαφόρων «αλύτρωτων πατρίδων και αδερφών».
Έτσι, από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τα πιο πρόσφατα χρόνια, όλη η περιοχή της Μακεδονίας βρίσκεται στη δίνη των εθνικισμών, των πολέμων, των αλυτρωτισμών, της φυλετικής και θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, των εκάστοτε διακρατικών και πολιτικών ανταγωνισμών. Τα κράτη της Ελλάδας, της Βουλγαρίας, της Σερβίας (και ύστερα του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας) επιδόθηκαν σε μία αιμοσταγή πολιτικο-στρατιωτική θωράκιση της εθνικής τους υπόστασης και ταυτόχρονη αμφισβήτηση των γειτονικών τους εθνικισμών. Στη συνέχεια, η εγκαθίδρυση της Σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας έβαλε στη «συντήρηση» τα εθνικά ζητήματα χωρίς όμως επουδενί να τα ακυρώνει. Γεγονός που επιβεβαιώνεται από την εκρηκτική επιστροφή του εθνικισμού στις αρχές του ’90 όταν συντελέστηκε η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας σε διάφορα μικρότερα έθνη-κράτη, μαζί με την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ. Ο επακόλουθος πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία ανέδειξε ένα εθνικιστικό ντελίριο σε όλα τα Βαλκάνια με την ισοπέδωση πολλών πόλεων και κοινοτήτων καθώς επίσης και με όλες τις απαραίτητες σφαγές και εκτοπισμούς εκατομμυρίων ανθρώπων οι οποίοι δεν «χωρούσαν» στις νέες εθνοκρατικές οριοθετήσεις. Η Δημοκρατία της Μακεδονίας δημιουργήθηκε ως απόρροια της -διεθνώς αναγνωρισμένης, μαζί με το μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος- Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, όπως έγινε αντίστοιχα π.χ. με τις Δημοκρατίες της Σερβίας, της Κροατίας, της Σλοβενίας. Στο πλαίσιο αυτό, το μακεδονικό κράτος έπρεπε να στεριώσει τον δικό του εθνοκρατισμό ανάμεσα σε διάφορα άλλα κράτη, όπως το ελληνικό στα νότιά του. Ένα ελληνικό κράτος, το οποίο από θέση ισχύος -ως ο βασικότερος συστημικός πυλώνας του καπιταλισμού στα Βαλκάνια- μόνο αμέτοχο ή φιλειρηνικό δεν στάθηκε μπροστά στην λαίλαπα του πολέμου: στήριξε ενεργά τον σερβικό εθνικισμό και τον αντι-μουσουλμανισμό (με πρωτοφανείς και οργανωμένες σφαγές χιλιάδων μουσουλμάνων), ενώ αδιαπραγμάτευτα αρνήθηκε τη χρήση του ονόματος που είχε μέχρι τότε το διπλανό κράτος, συμμετείχε σε μυστικές διαβουλεύσεις για την αναδιανομή ή την προσάρτηση εδαφών της Μακεδονίας και της Αλβανίας, κήρυξε εμπάργκο απέναντι στον πληθυσμό του νεοσύστατου κράτους, οργάνωσε μία δυναμική οικονομική διείσδυση ελληνικών κεφαλαίων (τα οποία μέχρι σήμερα αυξάνονται αποτελώντας δομικό συστατικό της μακεδονικής οικονομίας), στήριξε τις ΝΑΤΟϊκές επεμβάσεις στο Κόσσοβο. Παράλληλα, στην ελληνική ενδοχώρα, όλοι οι ιδεολογικοί μηχανισμοί έσπευσαν να καλλιεργήσουν ένα εθνικιστικό και ρατσιστικό παραλήρημα, με βασικό σύνθημα το αλυτρωτικό: «η Μακεδονία είναι μία και ελληνική».
Έτσι, από το 1991 έως και σήμερα, με πρόσχημα τους όρους ύπαρξης ή ανυπαρξίας της λέξης «μακεδονία» σε μία κρατική ονομασία, τόσο ο ελληνικός όσο και ο μακεδονικός εθνικισμός διαχέονται, δηλητηριάζοντας αμοιβαία τις κοινωνίες τους με μίσος, σωβινισμό, κατάφωρες ιστορικές παραχαράξεις, θρησκοληψία και ρατσισμό. Στο όνομα λοιπόν μίας… «ονομασίας», οι δύο εθνικισμοί διαγκωνίζονται πάνω στους μύθους τους. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί το ποιος θα επικρατήσει ως ο πιο «περήφανος» και «αυθεντικός» απόγονος του μέγα-μακελάρη Αλέξανδρου (ένας από τους μεγαλύτερους χασάπηδες-αυτοκράτορες που πραγματοποίησε μία από τις μεγαλύτερες και πιο αιματοβαμμένες κατακτητικές εκστρατείες στην ιστορία), σαν να μην έχουν μεσολαβήσει εν τω μεταξύ 2.500 χρόνια αμέτρητων κοινωνικών προσμίξεων. Παράλληλα, επιχειρούν να τονώσουν στους υπηκόους τους το -ήδη ακμαίο από τα αντιμεταναστευτικά δόγματα- σύνδρομο της ξενοφοβίας καθώς και το καθεστώς φόβου και ανασφάλειας, προκειμένου να αποκομίσουν ακόμα περισσότερη υποταγή στην κρατική και καπιταλιστική εξουσία, τους θεσμούς τους, τα δόγματα και τα ιδεολογήματά τους. Επιπλέον, σμιλεύουν έναν κοινωνικό συντηρητισμό στον οποίο αφενός νομιμοποιείται εκ νέου κάθε εξουσιαστικός πυλώνας (θρησκεία, μιλιταρισμός, πατριαρχία κ.α.), αφετέρου βρίσκει το «πελατολόγιο» του κάθε επίδοξος ιδεολογικός εκφραστής, ψηφοθήρας ή έμπορος του πατριωτισμού. Τέλος, σε κάθε τέτοια ευκαιρία δεν λείπουν και τα κάθε λογής φασιστικά μορφώματα (κομματικά, παρακρατικά, κ.α.) που αναλαμβάνουν τον ρόλο της ιδεολογικής και πρακτικής εμπροσθοφυλακής της κρατικής εξουσίας και των σχεδιασμών της.
Το αιωνόβιο πια «μακεδονικό ζήτημα» έχει επιβληθεί εκ νέου στη δημόσια ατζέντα, με επίδικο αυτήν τη φορά την εισδοχή της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. (που από τις αρχές του ‘90 επιχειρούν να αφομοιώσουν ή να ελέγξουν τις περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας). Σε μία περίοδο ανάτασης των πολεμικών επιχειρήσεων (π.χ. Συρία, Τουρκία), των γεωστρατηγικών σχεδιασμών (π.χ. οι Α.Ο.Ζ. στη Μεσόγειο, η Μέση Ανατολή, κ.α.), των εθνικών-ρατσιστικών ιδεολογημάτων (ισλαμοφοβία, ακροδεξιός λόγος) και της συστημικής θωράκισης απέναντι σε «επικίνδυνες μεταβλητές» ή «περισσευούμενους πληθυσμούς» (κοινωνικές αναταραχές, μεταναστευτικά ρεύματα κ.α.), η απρόσκοπτη συνέχιση των κρατικών-καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων αποτελεί μία κρίσιμη επιδίωξη της κυριαρχίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μεγαλύτερη ΝΑΤΟϊκή βάση παγκοσμίως στα σύνορα Μακεδονίας-Κοσσυφοπεδίου: η πλανητική στρατιωτική-οικονομική λεηλασία εκ μέρους της ευρω-ατλαντικής συμμαχίας δεν μπορεί να βρίσκει αναχώματα από «διμερή ζητήματα». Ταυτόχρονα, η συνύπαρξη δύο σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων και στα δύο «αντιμαχόμενα» κράτη διαμορφώνει τη δυνατότητα μίας καθόλα εθνοκεντρικής μεν, συστημικά ομαλής δε, διευθέτησης του «μακεδονικού ζητήματος». Κάτι που αποδεικνύει ότι οι αριστερές κυβερνήσεις όχι μόνο δεν στέκονται ενάντια στους εθνικισμούς αλλά αποτελούν έναν απαραίτητο και εκσυγχρονιστικό εκφραστή τους.
Στο πλαίσιο αυτό, το ελληνικό κράτος (και το εγχώριο κεφάλαιο) αποσκοπεί στη διατήρηση της ηγεμονικής του θέσης μεταξύ των βαλκανικών κρατών, σε μία γενικότερη «πολυεπίπεδη» στρατηγική: προβάλλει την πολιτική και συνοριακή σταθερότητα, τη διαχείριση του μεταναστευτικού, αναδιατάσσει τις συμμαχίες του στη βάση της real politic (π.χ. ελληνοϊσραηλινή συμμαχία), διαγκωνίζεται (ειδικά με το τούρκικο κράτος) για τις ΑΟΖ, διαπραγματεύεται αγωγούς ενέργειας, αναπτύσσεται ως βασικός ευρωπαϊκός κόμβος διαχείρισης εμπορευμάτων, ενισχύει την τουριστική της βιομηχανία, επεκτείνει τις νατοϊκές «βάσεις του θανάτου». Απαραίτητο συμπλήρωμα της εθνοκρατικής αυτής στρατηγικής είναι η εξεύρεση μίας συμβιβαστικής λύσης για το «μακεδονικό», η οποία να διαχειριστεί το ριζωμένο ιδεολόγημα της «μίας και ελληνικής Μακεδονίας». Παράλληλα, εν μέσω της βαθιάς ταξικής λεηλασίας ελέω «κρίσης» (με υψηλή ανεργία, εντεινόμενη φοροεπιδρομή, αθρόες κατασχέσεις, ελαστικότερη κακοπληρωμένη εργασία), της επίτασης των κοινωνικών/ταξικών αποκλεισμών, της επιτήρησης και του εγκλεισμού (π.χ. με την «αναδιάρθρωση» των Μ.Μ.Μ. ή τον νέο σωφρονιστικό κώδικα), της θανατο-πολιτικής ενάντια σε πρόσφυγες/μετανάστες (με στρατόπεδα συγκέντρωσης, κέντρα κράτησης-κολαστήρια, απελάσεις), μία εθνικιστική ατζέντα έχει όπως πάντα θετική επίδραση για την εξουσία, ενάντια σε οποιαδήποτε κοινωνική διεργασία αντίστασης, ανυπακοής και αλληλεγγύης. Από τα αριστερά του συστήματος έως την άκρα δεξιά, από τον «απλό πατριώτη» μέχρι με τους πιο ακραίους εθνικιστές, η βάση της συζήτησης είναι μία: η πατριδολαγνεία, η εθνική ολοκλήρωση, η υποταγή σε ιεραρχικούς θεσμούς εξουσίας (κρατικούς, κομματικούς, στρατιωτικούς, εκκλησιαστικούς) και η διασφάλιση της κρατικής μηχανής ενάντια στους «από κάτω» και ενάντια σε οποιαδήποτε χειραφετημένη κίνηση πέρα από τους επίπλαστους διαχωρισμούς του έθνους, της φυλής, του φύλου, της θρησκείας.
Τα εθνικιστικά συλλαλητήρια των τελευταίων ημερών δεν αποσκοπούν σε τίποτα άλλο παρά στην ανάταση και τη συστράτευση του εθνικού κορμού στο πλάι του ελληνικού κράτους, για την ενίσχυση των διαπραγματεύσεων σε ένα εκ των πραγμάτων ξεπερασμένο διακύβευμα «ονοματοδοσίας» από τα κράτη και το κεφάλαιο (ήδη, 140 κράτη από τα περίπου 200 παγκοσμίως αποκαλούν την «Δημοκρατία της Μακεδονίας» ως έχει, ενώ το «ελληνικό» κεφάλαιο είναι από τα πλέον ενεργά και εδραιωμένα στο συγκεκριμένο κράτος με επενδύσεις άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ). Γι’ αυτό και στη θέση της «υπεύθυνης διακριτικότητας» του επίσημου στρατού και της εκκλησίας, έχει καθίσει ένας θεσμικός βόθρος που ενεργεί καθ’ υπόδειξή τους: επίτιμοι και απόστρατοι καραβανάδες που ζητωκραυγάζουν τον μιλιταρισμό τους, ένα παπαδαριό που επιβεβαιώνει τον σκοταδισμό των θρησκειών, ένα φολκλορικό τσίρκο «πολιτιστικών» συλλόγων που επιδεικνύει την παραδοσιακή πνευματική ένδεια των εθνικοφρόνων και φυσικά κάθε λογής παρακρατικές γκρούπες που βρίσκουν την ευκαιρία να ξεράσουν τον θρασύδειλο φασισμό τους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το εθνικιστικό συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη στις 21/01 συνοδεύτηκε από διαδοχικές φασιστικές επιθέσεις (με την πλήρη κάλυψη της αριστερής αστυνομίας των ημερών) σε καταλήψεις, όπως αυτή στον ΕΚΧ Σχολείο (η οποία αποκρούστηκε από καταληψίες και αλληλέγγυους/ες) και όπως η διπλή φασιστική επίθεση στην Κατάληψη Libertatia, η οποία πυρπολήθηκε ολοσχερώς με σαφείς δολοφονικές προθέσεις. Ενώ, την επόμενη ημέρα στις 22/01, η κρατική καταστολή πήρε τη σκυτάλη χτυπώντας την αντανακλαστική πορεία αλληλεγγύης 1500 ατόμων που καλέστηκε στη Θεσσαλονίκη, με 5 συλληφθέντες διαδηλωτές στους οποίους ασκήθηκαν κακουργηματικές διώξεις.
Τα έθνη και οι εθνικισμοί, οι μύθοι και τα σύμβολά τους, είναι και θα παραμείνουν ιδεολογικές αυταπάτες που καλούν τους καταπιεσμένους να ενωθούν με τους καταπιεστές τους. Η ιστορία και τα εγκλήματά τους παγκοσμίως υποδηλώνουν τόσο τα ίδια τα συστατικά τους όσο και το μέλλον που υπόσχονται: πόλεμος, ξεριζωμός, εξόντωση και αποκλεισμός των «από κάτω» εντός και εκτός μίας εθνικής επικρατείας, προς όφελος κράτους και αφεντικών. Ενάντια στα εθνικά ιδεώδη και κάθε άλλο ιδεολόγημα της κυριαρχίας, προτάσσουμε τους κοινωνικούς/ταξικούς αγώνες των «από κάτω» ενάντια στην εξουσιαστική βαρβαρότητα των κρατών, των εθνών, του καπιταλισμού, των θρησκειών, των στρατών. Για ένα ανεξούσιο κόσμο ελευθερίας, αυτοοργάνωσης και αλληλεγγύης χωρίς σύνορα, κράτη, αφεντικά και επίπλαστους διαχωρισμούς.
ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ – ΤΟΥΡΚΙΑ – ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ
ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΤΩΜΕΝΕΣ ΧΑΡΑΚΙΕΣ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ
ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΛΗΨΗ LIBERTATIA ΚΑΙ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ
Ρεσάλτο (Κερατσίνι), Συνέλευσης της Πλατείας Κερατσινίου-Δραπετσώνας, Κατάληψη Σινιάλο (Αιγάλεω), Θερσίτης (Ίλιον), Κατάληψη Αγρός (Πάρκο Τρίτση), Αναρχικές/οι από τις δυτικές συνοικίες της Αθήνας και τον Πειραιά, Πρωτοβουλία για την Ολική Άρνηση Στράτευσης (Αθήνα)
Για να κατεβάσετε το κείμενο σε μορφή pdf,πατήστε εδώ.
 Posted by at 13:14
Feb 022018
 

To πρωί του Σαββάτου 27/1,  πραγματοποιήθηκαν τρεις συντονισμένες παρεμβάσεις στους σταθμούς μετρό ΦΙΞ, ΔΑΦΝΗ και ΑΓ. ΑΝΤΩΝΙΟΣ για τις ελεύθερες μετακινήσεις ενάντια στις μπάρες και το ηλεκτρονικό εισιτήριο, τα συστήματα ελέγχου και αποκλεισμών. Κατά τη διάρκεια των παρεμβάσεων δεκάδες σύντροφοι και συντρόφισσες μπλοκάραμε τα μηχανήματα ηλεκτρονικής επικύρωσης των εισιτηρίων, κρεμάσαμε  πανό, πετάξαμε τρικάκια και μοιράσαμε χιλιάδες κείμενα στον κόσμο.

Πριν την παρέμβαση στο μετρό του Αγ. Αντωνίου μοιράστηκαν κείμενα ( 1 , 2 ) στο κέντρο του Περιστερίου για μία περίπου ώρα.

     

ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ/ΕΣ
ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΙΣ ΜΠΑΡΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ
ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΩΝ

 

 Posted by at 22:25
Jan 202018
 

Tην Πέμπτη 4 /1, από τις 7:00 τα ξημερώματα έως και τις 2:30 περίπου το μεσημέρι, πραγματοποιήθηκε εισβολή, εκκένωση και κατεδάφιση των κτιρίων της κατάληψης Τερμίτα στον Βόλο. Η ενέργεια αυτή πραγματοποιήθηκε με την αρωγή ισχυρών κατασταλτικών δυνάμεων (6 πάνοπλες διμοιρίες κι ένα ελικόπτερο), οι οποίες, αφού περικύκλωσαν το κατειλημμένο κτιριακό συγκρότημα, εισέβαλαν και συνέλαβαν 3 συντρόφισσες που βρίσκονταν εκείνη την ώρα εντός του. Έπειτα προχώρησαν σε άμεση κατεδάφιση των κτιρίων υπό την επίβλεψη εργολάβου και την παρουσία δημοσιογράφων. Οι συλληφθείσες συντρόφισσες διώκονται με την κατηγορία της διατάραξης οικιακής ειρήνης και με το δικαστήριο να έχει οριστεί στις 11/5/2018. Η εκκένωση και κατεδάφιση της κατάληψης Τερμίτα επακολουθεί της μήνυσης που υπέβαλε το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας (Π.Θ.), ιδιοκτήτης του μέχρι πρότινος κατειλημμένου κτιριακού συγκροτήματος, κατά των συντροφ(ισσ)ών που την συγκροτούσαν.

Το επόμενο βήμα στο επιχειρηματικό πλάνο του Π.Θ. αφορά την ανέγερση 2 κτιρίων που στοχεύουν στην επέκταση των δομών της πολυτεχνειούπολης. Επέκταση για την οποία έχει ήδη εξασφαλίσει από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕ) κονδύλι ύψους 55 εκατομμυρίων ευρώ.

Η επιλογή του Π.Θ. να εκκενώσει και να κατεδαφίσει την κατάληψη Τερμίτα δεν μας εκπλήσσει. Τα άμεσα οικονομικά οφέλη από την ανέγερση των κτιρίων αφορούν τόσο την κατασκευαστική εταιρία που έχει αναλάβει το έργο (η οποία παραμένει έως και σήμερα άγνωστη), όσο και άτομα με καίριες διοικητικές θέσεις εντός του πανεπιστήμιου, αλλά και το ίδιο το Π.Θ. ως δομή και λειτουργία (που τίποτα δεν έχει να ζηλέψει από μια κανονικότατη επιχείρηση).

Το πανεπιστήμιο επικαλείται για τον εαυτό του την «πανεπιστημιακή ενότητα», την «ουδετερότητα των ερευνών» του, τη δραστηριότητά του για το «καλό του κοινωνικού συνόλου» συγκαλύπτοντας τους ταξικούς διαχωρισμούς εντός και εκτός της πανεπιστημιακής πραγματικότητας, την άμεση σχέση του με την αγορά εργασίας και τα αφεντικά, τη συνεργασία του με μπάτσους και στρατό. Εμείς δεν έχουμε αυταπάτες για το ρόλο των πανεπιστημίων. Αποτελούν δομές κάθετης ιεραρχίας με προκαθορισμένα προγράμματα ειδίκευσης για την παραγωγή ενός χρήσιμου για την αγορά εργατικού δυναμικού και με σκοπό την περαιτέρω διεύρυνση εκείνων των γνωστικών πεδίων που εξυπηρετούν τα κρατικά και καπιταλιστικά συμφέροντα. Ακόμη στηρίζουν ερευνητικά προγράμματα στην κατεύθυνση της βελτιστοποίησης των συστημάτων έλεγχου, και συμβάλλουν στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών για την περαιτέρω ενίσχυση του στρατού, των σωμάτων ασφαλείας και του πολέμου που προκαλούν εντός κι εκτός των συνόρων τους. Την ίδια ώρα δηλαδή που πρυτάνεις και καθηγητές επικαλούνται την «ουδετερότητα της επιστήμης», κάνουν έρευνες χρηματοδοτούμενες από/για στρατιωτικούς και αστυνομικούς οργανισμούς, σφραγίζοντας το δολοφονικό τους έργο (π.χ. θερμικές κάμερες στον φράχτη του Έβρου, συστήματα αποκρυπτογράφησης για το στρατό, υποθαλάσσια συστήματα εντοπισμού μεταναστών/ριών σε συνεργασία με τη FRONTEX, κατασκευή ασπίδων για ΜΑΤ, κατασκευή drones για έλεγχο, μεταπτυχιακά μπατσικού τύπου όπως «στρατηγικές διαχείρισης φυσικών καταστροφών και γενικών κρίσεων», διαλέξεις που ξεπλένουν το «έργο» των ΜΚΟ). Φυσικά, το Π.Θ. δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτή τη συνθήκη. Ενδεικτικά, παραθέτουμε απόσπασμα από κείμενο της συνέλευσης για την υπεράσπιση της κατάληψης Τερμίτα το οποίο «φωτίζει» αυτή του τη δραστηριότητα: «Αποσυναρμολογώντας τις συσκοτισμένες ροές χρηματοδότησης, με ενδιάμεσο κρίκο το ελληνικό κράτος, στο βάθος αποκαλύπτονται στρατιωτικές εταιρίες που χρησιμοποιούν τις έρευνες σε οπλικά συστήματα. Επίσης, παράδειγμα αυτής της πελατειακής σχέσης είναι το horizon 2020 το οποίο έχει ξεκινήσει επίσημα και στο Π.Θ. και γνωρίζουμε ότι έχει υποσχεθεί ευρωπαϊκά 80 δις ευρώ στον τομέα της ασφάλειας και συγκεκριμένα 42.170.000 στη φύλαξη των συνόρων.»* Τέλος, το πανεπιστήμιο ως ιδεολογικός μηχανισμός, αναπαράγει και διαμορφώνει διαρκώς πειθαρχήσεις, κανονικότητες, διαχωρισμούς και τις κυρίαρχες σχέσεις εξουσίας με τον τρόπο που τις συναντάμε διάχυτες σε όλο το φάσμα της καθημερινής μας ζωής.

Από την κατεδάφιση της Τερμίτα και το σχέδιο επέκτασης των δομών της πολυτεχνειούπολης δεν επωφελούνται βέβαια μόνο το Π.Θ. και η κατασκευαστική, αλλά και η τοπική εξουσία, καθώς το συγκεκριμένο αναπτυξιακό έργο θα συντελέσει και στην ανάπλαση -όπως οι δήμοι την ονομάζουν- της πόλης και ειδικότερα της περιοχής των Παλαιών. Η περιοχή των Παλαιών η οποία βρίσκεται στον δυτικό τομέα της πόλης του Βόλου, τα τελευταία χρόνια έχει τραβήξει τα βλέμματα μικρών και μεγάλων επενδυτών, οι οποίοι σπεύδουν να εκμεταλλευτούν την χαμηλή αγοραστική αξία της γης. Ο δήμος και τα τοπικά ΜΜΕ, με σκοπό να προστατεύσουν αλλά και να ενισχύσουν τη κίνηση επενδυτικών κεφαλαίων προς τα Παλαιά, εγγυώνται στους κατοίκους της περιοχής πως η ανάπλασή της θα αναβαθμίσει την ποιότητα ζωής τους σε οικονομικό, αλλά και σε πολιτισμικό επίπεδο και «κλείνει το μάτι» σε όσους έχουν συμφέρον από αυτό. Η ρητορική της δήθεν υποβαθμισμένης συνοικίας εξαιτίας της παρουσίας των καταληψιών ήρθε να στρώσει το έδαφος της κοινωνικής νομιμοποίησης της καταστολής. Ο πολύ γνώριμος αυτός μηχανισμός του κοινωνικού αυτοματισμού προηγείται πλέον κάθε αναπτυξιακού έργου και κάθε «αναβάθμισης» και καθορίζει κατά πολύ την συνεργεία όσο το δυνατόν περισσότερων ντόπιων στα μεγάλα έργα. Ακολούθως, όταν ο δήμος Βόλου περάσει σε ένα συνολικό αστικό εξευγενισμό της συνοικίας των Παλαιών, ανεβάζοντας σταδιακά την αξία της γης, θα το κάνει με την σιωπηλή συγκατάθεση όσων δεν αντέδρασαν εξαρχής ακόμη κι αν στην πορεία πλήξει περισσότερες κοινωνικές ομάδες. Σε κάθε περίπτωση, ο αποκλεισμός των από οικονομική άποψη «ασθενών» κοινωνικών ομάδων αλλά και όλων αυτών που δεν αφομοιώνονται στην ομοιογενή εικόνα ενός εξευγενισμένου αστικού τοπίου, είναι πάντα ο πρώτος, αλλά σε καμία περίπτωση ο τελευταίος στόχος τέτοιων «σχεδίων».

Η συγκεκριμένη κατασταλτική πράξη θα ήταν λάθος να ιδωθεί σαν μια υπόθεση που αφορά αποκλειστικά τα συμφέροντα του Π.Θ. και της τοπικής εξουσίας του Βόλου. Η εκκένωση και κατεδάφιση της κατάληψης Τερμίτα, συγκαταλέγεται σε μια σειρά από επιχειρήσεις εκκένωσης καταλήψεων ανά τον ελλαδικό χώρο που πραγματοποιούνται εδώ και χρόνια από το ελληνικό κράτος και εδώ και δυόμισι χρόνια πιο συγκεκριμένα από την αριστερή διακυβέρνηση. Η στρατηγική που ακολουθεί η αριστερή διακυβέρνηση για τις εκκενώσεις καταλήψεων αφορά συνήθως μια επιχειρηματολογία για μια «καλύτερη» και πιο «κοινωνική» αξιοποίηση των κατειλημμένων κτηρίων (λ.χ. επέκταση των πανεπιστημιακών δομών και αναβάθμιση της περιοχής των Παλαιών) και ταυτόχρονα την επιθεση μέσω των ΜΜΕ περί του δήθεν «κλειστού χαρακτήρα» και του μικρού αριθμού καταληψιών (αντίστοιχες κινήσεις πραγματοποιήθηκαν από το Π.Θ. και τοπικά ΜΜΕ και στην περίπτωση της Τερμίτα). Μια στρατηγική που στοχεύει στην απόσπαση κοινωνικής συναίνεσης από την τοπική κοινωνία και στην άμβλυνση των αντιστάσεων.

Τα επιχειρήματα, όμως, της αριστερής διακυβέρνησης για την καταστολή των καταλήψεων, δεν μπορούν να αποκρύψουν την βαθιά ουσία του Κράτους. Η ιδιοκτησία ως ιερή και καταστατική αρχή του κόσμου στον οποίο ζούμε, θεσμίζει την εκμετάλλευση. Πάνω της στηρίζονται οι κοινωνικές σχέσεις συντηρώντας και διαιωνίζοντας μια κουλτούρα διαχωρισμών, εξατομίκευσης και αποκλεισμών. Μέσα σε αυτό το καθεστώς οι επιθυμίες, οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, η ίδια η καθημερινή ζωή διαμεσολαβούνται και ορίζονται από τα πάνω με κάθε είδους προσταγές. Μέσα σε αυτή την ασφυκτική συνθήκη, όμως, μια απελευθερωτική προοπτική εδαφικοποιείται και εναντιωνεται στο Υπάρχον, γι’αυτό και καταστέλλεται.

Από την άνοιξη του 2011 μέχρι και τις αρχές του 2018 η κατάληψη Τερμίτα στεγαζόταν σε κτιριακό συγκρότημα ιδιοκτησίας του Π.Θ., το οποίο για χρόνια ήταν παρατημένο. Μέσα σε αυτά τα χρόνια τα ερειπωμένα κτίρια του Π.Θ. γέμισαν ζωή και στέγασαν τις επιθυμίες , τις ανάγκες και τις αρνήσεις πλήθους ατόμων με διαφορετικές κοινωνικές αναφορές και βιώματα, αλλά και με την από κοινού επιθυμία να αποδομήσουν τις κυρίαρχες σχέσεις εκμετάλλευσης και να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους. Από κοινού δημιούργησαν δομές για την ποιοτικοποιηση της καθημερινής τους ζωής (συλλογική κουζίνα, βιβλιοθήκη, στούντιο, χώρος εκδηλώσεων & συνελεύσεων) ισότιμα και αδιαμεσολάβητα και δυνατές συντροφικές σχέσεις που επιτίθενται στην κυρίαρχη κουλτούρα της εξατομίκευσης. Οι χώροι της Τερμίτα ήταν πάντα ανοιχτοί για όσες/ους έχουν πρόβλημα με την ιδιοκτησία, την εκμετάλλευση, την πατριαρχία, τη διαμεσολάβηση, το μιλιταρισμό, την κανονικότητα και κάθε μορφή εξουσίας. Εντός της πραγματοποιήθηκαν αναρίθμητες ανοιχτές κουβέντες κι εκδηλώσεις διαμορφώνοντας μια κοινότητα αντίστασης και αλληλεγγύης.

Οι κατειλημμένοι χώροι, μας είναι πολύτιμοι. Είναι, άλλωστε, οι χώροι αυτοί μέσα στους οποίους τα προτάγματά μας για έναν άλλο κόσμο με ρηξιακή και ριζική διαφοροποίηση φιλοσοφίας και θέασης της πραγματικότητας ανασαίνουν, και θα τους υπερασπιστούμε μέχρι τέλους, από όποιον κι αν απειλούνται: κράτος, φασίστες ή ιδιώτες. Δεν φετιχοποιούμε όμως τα ντουβάρια. Ποτέ μας δεν συμβιβαστήκαμε με κάποια τετραγωνικά μέτρα γης, καθώς τα προταγματα μας για έναν άλλον κόσμο αποτελούν ανοιχτή κοινωνική πρόταση και προϋποθέτουν την καταστροφή του Υπάρχοντος. Όσο κι αν η κυριαρχία επιτίθεται, εκκενώνει ή ακόμη κατεδαφίζει τους χώρους μας, εμείς θα μπαίνουμε στα άδεια σπίτια , θα δημιουργούμε διαρκώς νέα σημεία αναφοράς μέσα στις πόλεις που ζούμε διευρύνοντας τις κοινότητες μας και χτίζοντας γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ όσων επιλέγουν να αγωνίζονται, ανεξαρτήτως των γεωγραφικών αποστάσεων μεταξύ μας.

Ανίκανοι να καταστείλουν αυτό που δεν μπορούν να καταλάβουν

Δύναμη και φιλιά στις 3 διωκόμενες συντρόφισσες

Αλληλεγγύη στις συντρόφισσες και συντρόφους της κατάληψης Τερμίτα

Αλληλεγγύη στις καταλήψεις

Κατάληψη Σινιάλο
Ιανουάριος 2018

 Posted by at 19:37